info nikolopoulos-dikigoros.gr
+30-210-3610-184

Η Υπαναχώρηση Στην Πώληση

Παναγιώτης Δ. Νικολόπουλος

Η Υπαναχώρηση Στην Πώληση

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ
ISBN: 960-15-1701-4
2007
307 σελίδες

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ PDF  

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η θέσπιση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ «σχετικά με
ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών» και η
εναρμόνισή της στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3043/2002 ασφαλώς άνοιξαν νέους
ορίζοντες στη θεωρητική επεξεργασία του δικαίου της ευθύνης του πωλητή, αλλά
και του δικαίου που διέπει την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής γενικότερα. Η
ευρύτερη πρόκληση άλλωστε προέρχεται από τη διεθνή τάση για ενοποίηση του
ενοχικού δικαίου και ιδιαίτερα του δικαίου των συμβάσεων. Ήδη της οδηγίας 1999/44/ΕΚ
είχε προηγηθεί η σύμβαση της Βιέννης για
τη διεθνή πώληση κινητών, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για τη σύνταξη
ευρωπαϊκού αστικού κώδικα.

Οι βασικές καινοτομίες της οδηγίας σε σχέση με το
προϊσχύον ελληνικό δίκαιο της ευθύνης του πωλητή είναι οι ακόλουθες;

1.Η μετατροπή της εγγυητικής ευθύνης του πωλητή σε
πρωτογενή ευθύνη εκπλήρωσης.

2.Η θέσπιση κριτηρίων μη ανταπόκρισης του πράγματος
στους όρους της σύμβασης (535 ΑΚ)

3.Η ενιαία αντιμετώπιση των πωλήσεων γένους και
είδους

4.Η εισαγωγή του δικαιώματος του αγοραστή να αξιώσει
τη διόρθωση του ελαττωματικού πράγματος και η γενίκευση του δικαιώματος
αντικατάστασης δε όλες τις κατηγορίες πώλησης

5.Η μετατροπή της αναστροφής σε υπαναχώρηση

6.Η δυνατότητα σωρευτικής άσκησης της αξίωσης
αποζημίωσης παράλληλα με τα δικαιώματα διόρθωσης, αντικατάστασης, μείωσης του
τιμήματος και υπαναχώρησης

7.Η επιμήκυνση της ειδικής παραγραφής σε δύο έτη για
τα κινητά και πέντε έτη για τα ακίνητα.

8.Η ένταξη της πλημμελούς εγκατάστασης στην έννοια
του πραγματικού ελαττώματος

9.Η ρητή πρόβλεψη του δικαιώματος αναγωγής του
τελικού πωλητή κατά του προηγούμενου πωλητή

10.Η συμπλήρωση των άκυρων απαλλακτικών ρητρών στις
ΑΚ 332 και 334 με τις περιπτώσεις που η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο
ατομικής διαπραγμάτευσης ή αφορά απαλλαγή από ευθύνη για προσβολή αγαθών που
απορρέουν από την προσωπικότητα και ιδίως τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και
την τιμή.

Από τα δικαιώματα εξάλλου που παρέχονται στον
αγοραστή δραστικότερο εξακολουθεί να είναι η πρώην αναστροφή και ήδη υπαναχώρηση,
η άσκηση της οποίας επιδρά σε ένα ευρύ φάσμα εννόμων σχέσεων.

Παράλληλα η δυνατότητα προσφυγής στο δικαίωμα
υπαναχώρησης έχει διευρυνθεί κυρίως μέσω άλλων κοινοτικών οδηγιών, που το έχουν
χορηγήσει στον καταναλωτή σε νέες μορφές συμβάσεων, όπως είναι η σύμβαση εκτός
εμπορικού καταστήματος, η σύμβαση από απόσταση και η σύμβαση χρονομεριστικής
μίσθωσης. Χαρακτηριστικά του δικαιώματος υπαναχώρησης στις συμβάσεις αυτές
είναι ο αναιτιολόγητος χαρακτήρας τους και η αποτροπή εκπλήρωσης των εκατέρωθεν
παροχών, ενόσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκησή της.

Οι εξελίξεις αυτές που έχουν συντελεστεί στο
δίκαιο της υπαναχώρησης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα ζητήματα της
υπαναχώρησης δεν έχουν μέχρι σήμερα αποτελέσει αντικείμενο ενιαίας
διαπραγμάτευσης σε μία μελέτη, έδωσαν το έναυσμα για μία συνολική προσέγγιση
όλων των ερμηνευτικών ζητημάτων που αφορούν τόσο στη νόμιμη και τη συμβατική
υπαναχώρηση, όσο και στην υπαναχώρηση των νέων μορφών συμβάσεων, αλλά και στις
μεταξύ τους συγκρίσεις και συσχετισμούς.

Η ενδελεχής έρευνα όλων των ζητημάτων που
γεννώνται από την υπαναχώρηση αφενός και η εξονυχιστική προσέγγιση των
ερμηνευτικών προβλημάτων που αναφύονται από το νέο δίκαιο της ευθύνης του
πωλητή (κριτήρια μη ανταπόκρισης, έννοια πραγματικού ελαττώματος και συνομολογημένης
ιδιότητας, περιεχόμενο ευθύνης του πωλητή, δικαιώματα του αγοραστή κ.λ.π.)
αφετέρου, συγκροτούν το αναγκαίο υπόβαθρο για τη μελέτη στη συνέχεια της
κεντρικής ενότητας του βιβλίου, από την οποία επιλέχθηκε και ο τίτλος της,
δηλαδή την υπαναχώρηση στο νέο δίκαιο της ευθύνης του πωλητή.

Αναγκαίο συμπλήρωμα τέλος η διερεύνηση της σχέσης
υπαναχώρησης και αποζημίωσης υπό το νέο δίκαιο της ευθύνης του πωλητή, καθώς
και οι ρυθμίσεις για τις παραγραφές και τα αναγωγικά δικαιώματα.

Φιλδοξίες της πατρούσας μελέτης δεν είναι άλλες
από το να αποτελέσει μία δημιουργική συνεισφορά στη νομολογιακή διάπλαση των
δικαιότερων δυνατών διευθετήσεων για την επίλυση των αναφυόμενων διαφορών
μεταξύ των συναλλασσομένων πωλητών και αγοραστών και να συμβάλει γόνιμα στην
περαιτέρω θεωρητική επεξεργασία και τον επιστημονικό διάλογο για τα ερευνώμενα
ζητήματα.